Εισαγωγή
Η εκπαίδευση βρίσκεται σήμερα σε μια φάση συνεχούς και δυναμικής εξέλιξης. Οι ραγδαίες τεχνολογικές αλλαγές, οι μεταβαλλόμενες κοινωνικές συνθήκες και τα νέα επιστημονικά δεδομένα αναδιαμορφώνουν ριζικά τον τρόπο με τον οποίο διδάσκουμε και μαθαίνουμε. Μέσα στο 2024, μια σειρά από σημαντικές μελέτες ήρθαν να ρίξουν φως σε καινοτόμες προσεγγίσεις που υπόσχονται να μεταμορφώσουν την εκπαιδευτική διαδικασία.
Από τη μία πλευρά, δίνεται ισχυρή έμφαση στη βιωματική μάθηση. Έρευνες καταδεικνύουν ότι ο εμπλουτισμός της μαθησιακής εμπειρίας μέσω υπαίθριων δραστηριοτήτων και της επαφής με τη φύση, μπορεί να ενισχύσει σημαντικά την προσοχή, τη δημιουργικότητα και την κριτική σκέψη των παιδιών. Από την άλλη πλευρά, η τεχνολογία ενσωματώνεται ολοένα και πιο βαθιά στη σχολική πραγματικότητα. Η Τεχνητή Νοημοσύνη (ΤΝ) αναδεικνύεται σε ένα ισχυρό εργαλείο με πρωτοφανείς δυνατότητες: μπορεί να εξατομικεύσει τη μάθηση, να παρέχει στοχευμένη υποστήριξη και να διευκολύνει την ουσιαστική αλληλεπίδραση μεταξύ μαθητών και εκπαιδευτικών.
Παράλληλα, οι έρευνες αναδεικνύουν την κρισιμότητα του αναστοχασμού στη μαθησιακή πορεία. Η ενθάρρυνση των μαθητών να εξηγούν το μάθημα στον εαυτό τους ή στους συμμαθητές τους αποδεικνύεται μια εξαιρετικά αποτελεσματική μέθοδος για την εδραίωση της γνώσης. Επιπλέον, οι ερευνητές υπογραμμίζουν τη σημασία της απενοχοποίησης των λαθών, προτείνοντας να τα αντιμετωπίζουμε όχι ως αποτυχίες, αλλά ως πολύτιμες ευκαιρίες για μάθηση και εξέλιξη.
Φυσικά, η πανδημία της COVID-19 άφησε το δικό της αποτύπωμα, αναδεικνύοντας τόσο τα τρωτά σημεία όσο και τις κρυμμένες δυνατότητες του εκπαιδευτικού συστήματος. Οι πρόσφατες μελέτες αποτιμούν τις επιπτώσεις αυτής της περιόδου και προτείνουν στοχευμένες στρατηγικές για την αντιμετώπιση των προκλήσεων που κληροδότησε.
Στο παρόν άρθρο, θα εξετάσουμε διεξοδικά αυτές τις σύγχρονες τάσεις, παρουσιάζοντας τα βασικά συμπεράσματα της πρόσφατης ακαδημαϊκής έρευνας. Θα αναλύσουμε τα πλεονεκτήματα αλλά και τις προκλήσεις κάθε προσέγγισης, συζητώντας την πρακτική τους εφαρμογή στη σχολική τάξη. Στόχος μας είναι να προσφέρουμε μια ολοκληρωμένη εικόνα του σύγχρονου εκπαιδευτικού τοπίου και να εμπνεύσουμε εκπαιδευτικούς και γονείς να υιοθετήσουν νέες, δημιουργικές και αποτελεσματικές μεθόδους διδασκαλίας και μάθησης.
Η δύναμη των μικρών επιτυχιών
Συχνά τείνουμε να μετράμε την ακαδημαϊκή επιτυχία με βάση τις μεγάλες «νίκες»: το άριστα σε ένα διαγώνισμα, για παράδειγμα, ή την υψηλή βαθμολογία σε ένα απαιτητικό μάθημα. Ωστόσο, μια μελέτη του 2024 κατέδειξε ότι είναι οι μικρές επιτυχίες αυτές που δίνουν στους μαθητές το κίνητρο να συνεχίσουν την προσπάθεια εν μέσω των αναπόφευκτων μαθησιακών προκλήσεων.
Στο πλαίσιο της έρευνας, δόθηκαν σε 570 μαθητές της Γ' και ΣΤ' Δημοτικού 10 απαιτητικά προβλήματα μαθηματικών. Στους μισούς από αυτούς δόθηκαν επιπλέον πέντε προβλήματα τα οποία ήταν αρκετά πιο εύκολα, γεγονός που επέτρεψε στους μαθητές να βιώσουν μικρές «στιγμές επιτυχίας» ανάμεσα στη ροή των δύσκολων ερωτήσεων.
Παρότι ήρθαν αντιμέτωποι με τον ίδιο αριθμό δύσκολων προβλημάτων, οι μαθητές που έλυσαν και τα εύκολα προβλήματα είχαν διπλάσιες πιθανότητες να διατηρήσουν θετική στάση και να δηλώσουν πρόθυμοι να προχωρήσουν στο επόμενο σετ δύσκολων ασκήσεων. Επιπλέον, ήταν διπλάσια πιθανό να χαρακτηρίσουν τη δραστηριότητα ως «ευχάριστη» — μια αξιοσημείωτη μεταστροφή από τα συνηθισμένα συναισθήματα απογοήτευσης ή αποθάρρυνσης που προκαλούν τα απαιτητικά μαθηματικά. Η σειρά με την οποία τοποθετήθηκαν οι εύκολες ερωτήσεις αποδείχθηκε επίσης καθοριστική: Η προσθήκη τους στην αρχή ή στο τέλος του τεστ είχε το μεγαλύτερο όφελος, επιβεβαιώνοντας προγενέστερες έρευνες που υποστηρίζουν ότι η συνολική εντύπωση που αποκομίζουμε από μια εμπειρία καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από ένα θετικό ξεκίνημα ή ένα ευχάριστο κλείσιμο.
Το βασικό συμπέρασμα της μελέτης είναι ότι οι μικρές νίκες έχουν τεράστιο αντίκτυπο τόσο στην ακαδημαϊκή απόδοση όσο και στην ψυχολογία των μαθητών. Ακόμα και κατά τη διάρκεια μιας εξαιρετικά απαιτητικής δοκιμασίας, η εμβόλιμη προσθήκη εύκολων ερωτήσεων μπορεί να τονώσει την αυτοπεποίθηση, να συντηρήσει τα κίνητρα και να βελτιώσει τη συνολική στάση απέναντι στο μάθημα.
Επομένως, στην εκπαιδευτική πράξη:
- Προοδευτική δυσκολία: Οι εκπαιδευτικοί μπορούν να σχεδιάζουν ασκήσεις με κλιμακούμενη δυσκολία, ξεκινώντας από τα πιο απλά προβλήματα και προχωρώντας σταδιακά στα πιο σύνθετα.
- Στρατηγική τοποθέτηση: Η ενσωμάτωση προσβάσιμων ερωτημάτων στην αρχή ή στο τέλος ενός τεστ λειτουργεί ως ψυχολογική τόνωση για τον μαθητή.
- Ενθάρρυνση: Η συνειδητή παροχή θετικής ανατροφοδότησης για τις μικρές επιτυχίες χτίζει με σταθερά βήματα την αυτοπεποίθηση των μαθητών, κάνοντάς τους πιο ανθεκτικούς στα δύσκολα.
Έρευνα για τη μεταδοτικότητα της απροσεξίας στην τάξη
Σε μια έρευνα του 2024, οι ερευνητές ανέθεσαν σε ορισμένους από τους 180 συμμετέχοντες μαθητές μια μυστική αποστολή: να καθίσουν στις προκαθορισμένες θέσεις τους σε μια αίθουσα διαλέξεων και να «σαμποτάρουν» αθόρυβα την προσοχή των συμμαθητών τους, γέρνοντας στο κάθισμά τους, δείχνοντας βαριεστημένοι και αποφεύγοντας να κρατήσουν σημειώσεις. Το αποτέλεσμα λειτούργησε σαν ντόμινο. Οι μαθητές που κάθονταν δίπλα στους «σαμποτέρ» άρχισαν γρήγορα να χάνουν και οι ίδιοι την εστίασή τους. Μαθητές που προηγουμένως ήταν προσεκτικοί, πλέον δυσκολεύονταν να συγκεντρωθούν, κράτησαν τις μισές περίπου σελίδες σημειώσεων και συγκέντρωσαν εννέα μονάδες χαμηλότερη βαθμολογία σε ένα μετέπειτα τεστ.
Η συγκεκριμένη έρευνα προσφέρει μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα οπτική για τη δυναμική της τάξης, προσεγγίζοντάς την ως ένα πραγματικό κοινωνικό πείραμα. Τα ευρήματα επιβεβαιώνουν την υπόθεση ότι η απροσεξία μπορεί να αποδειχθεί «μεταδοτική». Όπως ακριβώς ένας ιός μπορεί να εξαπλωθεί μέσα σε μια αίθουσα, έτσι και η έλλειψη συγκέντρωσης ενός μαθητή μπορεί να «μολύνει» την προσοχή των γύρω του.
Αναδεικνύεται, συνεπώς, η τεράστια σημασία του κοινωνικού περιβάλλοντος μέσα στην τάξη. Οι μαθητές δεν λειτουργούν ως απομονωμένες μονάδες, αλλά επηρεάζονται άμεσα από τη συμπεριφορά των συνομηλίκων τους — μια τάση μίμησης ευρέως γνωστή στην ψυχολογία. Στην προκειμένη περίπτωση, αυτή η μίμηση της απροσεξίας έχει άμεσο και αρνητικό αντίκτυπο τόσο στην κατανόηση του μαθήματος όσο και στη μαθησιακή απόδοση. Παράλληλα, η μελέτη υποδηλώνει ότι η χωροταξική τοποθέτηση ενός μαθητή επηρεάζει καθοριστικά την εστίασή του, σε συνδυασμό βέβαια με άλλους παράγοντες, όπως η προσωπικότητά του, η σχέση του με τον εκπαιδευτικό και ο βαθμός δυσκολίας του μαθήματος.
Σύμφωνα με έμπειρους εκπαιδευτικούς, ο καλύτερος τρόπος για να περιοριστεί η κακή συμπεριφορά και η «επιδημία» της απροσεξίας ξεκινά με την προσεκτική προετοιμασία. Βασικές στρατηγικές περιλαμβάνουν:
- Καλλιέργεια υπευθυνότητας: Καταστήστε τους μαθητές υπεύθυνους, εμπλέκοντάς τους στη συνδιαμόρφωση των κανόνων της τάξης. Πρέπει να συνειδητοποιήσουν ότι η προσωπική τους στάση έχει άμεσο αντίκτυπο στους συμμαθητές τους.
- Θετικό κλίμα: Η δημιουργία ενός περιβάλλοντος που διέπεται από σαφείς κανόνες, εμπιστοσύνη και πνεύμα συνεργασίας, ενθαρρύνει τους μαθητές να παραμείνουν εστιασμένοι.
- Εξατομικευμένη υποστήριξη: Αναγνωρίστε ότι οι μαθητές που δυσκολεύονται εγγενώς να συγκεντρωθούν ενδέχεται να χρειάζονται επιπλέον παιδαγωγική υποστήριξη.
- Στρατηγικός σχεδιασμός: Φροντίστε το υλικό του μαθήματος να είναι ελκυστικό και μελετήστε προσεκτικά τη χωροταξία (το πού θα τοποθετηθούν τα πιο ομιλητικά ή αφηρημένα παιδιά), ώστε να διατηρήσετε ολόκληρη την τάξη προσηλωμένη στον μαθησιακό στόχο.
Η Τεχνητή Νοημοσύνη στην εκπαιδευτική διαδικασία
Μια μελέτη του 2024 σε περίπου 1.000 μαθητές διερεύνησε τον ρόλο της Τεχνητής Νοημοσύνης (ΤΝ) στην εκπαιδευτική διαδικασία, υποβάλλοντας τους συμμετέχοντες στο εξής πείραμα: Μαθητές της Γ' Γυμνασίου, καθώς και της Α' και Β' Λυκείου, παρακολούθησαν ένα σύντομο μάθημα μαθηματικών και στη συνέχεια κλήθηκαν να λύσουν σχετικές ασκήσεις ως προετοιμασία για ένα επερχόμενο τεστ. Ορισμένοι μαθητές βασίστηκαν στις παραδοσιακές μεθόδους —ανατρέχοντας στις σημειώσεις και τα σχολικά τους βιβλία για να βρουν τις λύσεις— ενώ άλλοι είχαν πρόσβαση είτε (α) σε μια βασική έκδοση ενός γλωσσικού μοντέλου ΤΝ, είτε (β) σε ένα ειδικά διαμορφωμένο μοντέλο «εκπαιδευτή», το οποίο είχε αναπτυχθεί με τη συμβολή εκπαιδευτικών.
Τα ευρήματα της μελέτης ήταν διττά:
Αρχικά, κατά τη διάρκεια της πρακτικής εξάσκησης, οι μαθητές που χρησιμοποίησαν την ΤΝ σημείωσαν εντυπωσιακά υψηλότερες επιδόσεις από τους συνομηλίκους τους, κατά 48% (περίπτωση α) και 127% (περίπτωση β) αντίστοιχα. Ωστόσο, όταν οι ίδιοι μαθητές κλήθηκαν να ανακαλέσουν αυτές τις γνώσεις σε ένα μετέπειτα διαγώνισμα χωρίς τη χρήση βιβλίων ή βοηθημάτων, οι μαθηματικές τους δεξιότητες φάνηκε να έχουν εξανεμιστεί. Η απόδοση όσων είχαν χρησιμοποιήσει ΤΝ σημείωσε κατακόρυφη πτώση, συγκεντρώνοντας 17% χαμηλότερη βαθμολογία σε σχέση με τους μαθητές που είχαν βασιστεί αποκλειστικά σε χαρτί και μολύβι. Όπως φάνηκε, οι μαθητές είχαν χρησιμοποιήσει το λογισμικό ως «δεκανίκι», συχνά αντιγράφοντας απλώς την τελική απάντηση χωρίς να έχουν κατανοήσει τη διαδικασία επίλυσης.
Στον αντίποδα, άλλες έρευνες δείχνουν ότι τέτοια εργαλεία μπορούν να έχουν εξαιρετικά αποτελέσματα όταν είναι σχεδιασμένα ώστε να καθοδηγούν τη μάθηση — για παράδειγμα, όταν είναι προγραμματισμένα να αρνούνται να δώσουν έτοιμες απαντήσεις ή όταν θέτουν διερευνητικές ερωτήσεις ανατροφοδότησης (δείτε σχετικές μελέτες εδώ, εδώ και εδώ).
Η εν λόγω μελέτη αποτελεί ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα των προκλήσεων αλλά και των δυνατοτήτων που συνεπάγεται η ενσωμάτωση της Τεχνητής Νοημοσύνης στην εκπαίδευση. Τα διφορούμενα αποτελέσματα υπογραμμίζουν ότι, παρότι η ΤΝ μπορεί να αποτελέσει ένα ανεκτίμητο εργαλείο, ελλοχεύουν σοβαροί κίνδυνοι όταν δεν χρησιμοποιείται με σύνεση. Το κλειδί βρίσκεται στην εξασφάλιση μιας ισορροπίας μεταξύ της τεχνολογικής υποστήριξης και της αυτενέργειας των μαθητών για την ανάπτυξη θεμελιωδών δεξιοτήτων. Σε αυτό το πλαίσιο, ο ρόλος των εκπαιδευτικών είναι πιο κρίσιμος από ποτέ: καλούνται να καθοδηγήσουν τους μαθητές στην ορθή χρήση της ΤΝ, διδάσκοντάς τους πώς να αξιολογούν κριτικά τις παρεχόμενες πληροφορίες και πώς να τις ενσωματώνουν οργανικά στη μαθησιακή τους πορεία.
Η αποξένωση από τη φύση: Μια σύγχρονη πραγματικότητα
Λόγω της αυξανόμενης ακαδημαϊκής πίεσης και της ευρύτερης αντίληψης ότι «οι εξωτερικοί χώροι εγκυμονούν κινδύνους», τα σχολεία έχουν μειώσει σταδιακά τον χρόνο που περνούν οι μαθητές στην ύπαιθρο. Αυτό ακριβώς επισημαίνουν ερευνητές σε μια μελέτη που δημοσιεύθηκε νωρίτερα φέτος.
Ως αποτέλεσμα, οι αυριανοί επιστήμονες ενδέχεται να διδάσκονται τον ρόλο των γαιοσκωλήκων στο οικοσύστημα ή την επικονίαση των λουλουδιών χωρίς να έχουν μελετήσει ποτέ αυτούς τους οργανισμούς στο φυσικό τους περιβάλλον. Παράλληλα, οι νέοι ποιητές γράφουν ωδές για τα φυσικά φαινόμενα καθισμένοι πίσω από ένα θρανίο. Πρόκειται για μια αποστασιοποιημένη, απρόσωπη προσέγγιση στη μάθηση, η οποία απειλεί να περιορίσει τη δημιουργικότητα, τη φαντασία και την αίσθηση του θαυμασμού.
Ωστόσο, υπαίθριες δραστηριότητες όπως η τήρηση ενός «ημερολογίου φύσης» αποτελούν άμεσα προσβάσιμα αντίδοτα στην αποξένωσή μας από αυτήν. Δραστηριότητες όπως ο σχεδιασμός δέντρων, η καταγραφή παρατηρήσεων (π.χ. η πτώση των φύλλων το φθινόπωρο), η διατήρηση ενός «σεληνιακού ημερολογίου» για την παρακολούθηση των φάσεων του φεγγαριού και, γενικότερα, η εστίαση στα μικροσκοπικά λουλούδια ή σε άλλες, συχνά παραγνωρισμένες λεπτομέρειες του φυσικού μας χώρου, μπορούν να ενσωματωθούν αρμονικά σε μαθήματα τόσο διαφορετικά μεταξύ τους, όπως τα εικαστικά, οι φυσικές επιστήμες και οι κοινωνικές σπουδές. Αυτό επιβεβαιώνουν μελέτες που δημοσιεύθηκαν τον Απρίλιο του 2023 και τον Σεπτέμβριο του 2024.
Από το δημοτικό μέχρι το πανεπιστήμιο, μια καλά σχεδιασμένη δραστηριότητα στη φύση μπορεί να καλλιεργήσει σημαντικές δεξιότητες, όπως η παρατήρηση, η επεξεργασία δεδομένων, η τεχνική απεικόνιση, η κριτική σκέψη και η δημιουργική γραφή. Επιπλέον, η επαφή με τη φύση φαίνεται να έχει έντονα θετική ψυχολογική επίδραση: σύμφωνα με τη μελέτη του Σεπτεμβρίου 2024, μαθητές ηλικίας 10 έως 12 ετών (Ε' και ΣΤ' Δημοτικού, καθώς και Α' Γυμνασίου) που συμμετείχαν στη δημιουργία ενός «ημερολογίου φύσης», ανέφεραν μειωμένο άγχος, βαθύτερη επαφή με τα συναισθήματά τους και βελτιωμένη αυτοεκτίμηση.
Τα σχολεία οφείλουν να ενθαρρύνουν τις υπαίθριες δραστηριότητες και να διαμορφώνουν χώρους όπου τα παιδιά μπορούν να έρθουν σε ουσιαστική επαφή με τη φύση. Οι εκπαιδευτικοί έχουν τη δυνατότητα να σχεδιάζουν μαθήματα βιωματικά, συνδεδεμένα με τη μελέτη των φυτών, των ζώων και των φυσικών φαινομένων. Η ανάπτυξη προγραμμάτων που στοχεύουν στην περιβαλλοντική ευαισθητοποίηση των μαθητών είναι επιτακτική, ενώ η συνεργασία με τοπικούς φορείς και εθελοντές μπορεί να συμβάλει καθοριστικά στην οργάνωση τέτοιων δράσεων.
Η επαφή με τη φύση δεν είναι πολυτέλεια, αλλά προϋπόθεση για την ολόπλευρη ανάπτυξη των παιδιών. Η ενσωμάτωσή της στην εκπαιδευτική διαδικασία αποφέρει πολλαπλά οφέλη, ενισχύοντας τόσο την ακαδημαϊκή επίδοση όσο και την ψυχική υγεία. Είναι χρέος μας να αναγνωρίσουμε την αξία αυτής της σύνδεσης και να δημιουργήσουμε εκπαιδευτικά περιβάλλοντα που θα την προάγουν έμπρακτα.
Η δύναμη των λαθών ως εργαλείο μάθησης
Σε κανέναν δεν αρέσει να κάνει λάθη, και οι μαθητές συχνά τα φοβούνται. Ωστόσο, όταν οι εκπαιδευτικοί σε μια μελέτη του 2024 αφιέρωσαν το μεγαλύτερο μέρος του διδακτικού τους χρόνου εστιάζοντας αποκλειστικά στα λάθη των μαθητών τους στα μαθηματικά —ενθαρρύνοντας συλλογικές συζητήσεις γύρω από κοινά σφάλματα λογικής ή υπολογισμών— η αποτελεσματικότητα της διδασκαλίας βελτιώθηκε θεαματικά.
Οι ερευνητές παρακολούθησαν εκατοντάδες μαθητές της Β' Γυμνασίου, οι οποίοι προετοιμάζονταν για μια απαιτητική εξέταση στην Άλγεβρα. Μια ομάδα μαθητών προετοιμάστηκε παρακολουθώντας οκτώ κλασικά μαθήματα μαθηματικών. Μια άλλη ομάδα αφιέρωσε τον ίδιο ακριβώς χρόνο εναλλάσσοντας τέσσερα «μίνι-τεστ» με τέσσερα μαθήματα καθοδηγούμενα από τον εκπαιδευτικό, τα οποία ήταν αυστηρά αφιερωμένα στη μάθηση που προκύπτει από τις λανθασμένες απαντήσεις τους. Αν και οι δύο ομάδες βελτίωσαν την τελική τους βαθμολογία σχεδόν στον ίδιο βαθμό, οι εκπαιδευτικοί στην ομάδα της «μάθησης από τα λάθη» χρειάστηκε να επενδύσουν μόνο τον μισό διδακτικό χρόνο.
Τι είναι αυτό που καθιστά τη μάθηση από τα λάθη τόσο αποτελεσματική; Οι ερευνητές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι εκπαιδευτικοί που κατανοούν τη «φύση των λαθών» και συνεργάζονται με τους μαθητές για να βρουν τρόπους «αποτροπής τους στο μέλλον», καρπώνονται τα οφέλη της αυξημένης μαθητικής συμμετοχής και της εξατομικευμένης αντιμετώπισης. Στον αντίποδα, οι εκπαιδευτικοί που απευθύνονταν στην τάξη συνολικά, χωρίς να προσφέρουν εξατομικευμένες στρατηγικές για την υπέρβαση των λαθών, είχαν αισθητά χειρότερα αποτελέσματα.
Η αποδοχή και η ενσωμάτωση των λαθών στη μαθησιακή διαδικασία συνιστά μια ουσιαστική αλλαγή κουλτούρας: μεταμορφώνει το κλίμα της τάξης, εμβαθύνει τις σχέσεις εμπιστοσύνης και ενισχύει τα κίνητρα των μαθητών, όπως επιβεβαιώνει μια ανεξάρτητη μελέτη του 2024.
Η συγκεκριμένη μελέτη αναδεικνύει μια ενδιαφέρουσα —και ίσως ανατρεπτική για τα παραδοσιακά δεδομένα— εκπαιδευτική προσέγγιση. Αντί να αποφεύγονται ή να στιγματίζονται τα λάθη, η έρευνα αποδεικνύει ότι η ενεργή αντιμετώπιση και η ανάλυσή τους μπορεί να οδηγήσει σε εντυπωσιακά καλύτερα μαθησιακά αποτελέσματα. Αυτή η ανοιχτή διαχείριση των σφαλμάτων προάγει τη βαθύτερη κατανόηση, χτίζει την αυτοπεποίθηση των μαθητών και εξασφαλίζει την ουσιαστική τους πρόοδο.
Οι επιπτώσεις της COVID-19 στην εκπαίδευση
Σύμφωνα με μια πρόσφατη έρευνα του 2023, η εκδήλωση της πανδημίας COVID-19 το 2020 επέβαλε την υποχρεωτική μετάβαση πολλών μικρών παιδιών από τη δια ζώσης στη διαδικτυακή μάθηση. Οι εκπαιδευτικοί κλήθηκαν να προσαρμοστούν άμεσα στην εξ αποστάσεως διδασκαλία, τα παιδιά απομονώθηκαν από τους συνομηλίκους τους και οι γονείς αναγκάστηκαν να αναλάβουν έναν πολύ πιο ενεργό ρόλο στη μαθησιακή διαδικασία.
Το 2021 σηματοδότησε τη σταδιακή επιστροφή στη φυσική τάξη. Στο πλαίσιο της προαναφερθείσας έρευνας, 154 νηπιαγωγοί κλήθηκαν να συγκρίνουν την τρέχουσα σχολική ετοιμότητα των μαθητών τους με την αντίστοιχη ετοιμότητα των παιδιών πριν από την πανδημία. Τα ευρήματα ήταν αποκαλυπτικά: σχεδόν το 80% των εκπαιδευτικών έκρινε ότι η συνολική εικόνα και λειτουργικότητα των μαθητών ήταν χειρότερη έως πολύ χειρότερη σε σχέση με την προ COVID-19 εποχή. Κανένας εκπαιδευτικός δεν ανέφερε ότι η συνολική εικόνα των παιδιών είχε βελτιωθεί. Παράλληλα, οι νηπιαγωγοί εντόπισαν σημαντικά ελλείμματα και στην κοινωνικοσυναισθηματική ανάπτυξη των μαθητών.
Παρόμοια μοτίβα παρατηρούνται και στις μεγαλύτερες τάξεις. Μια ερευνητική έκθεση του 2024 καταγράφει ότι οι βαθμολογίες στα μαθηματικά δεν έχουν επανέλθει στα προ πανδημίας επίπεδα σε καμία απολύτως τάξη, από την Α' Δημοτικού έως και τη Β' Γυμνασίου. Ακόμη πιο ανησυχητικό είναι το γεγονός ότι η ακαδημαϊκή ετοιμότητα των τελειόφοιτων λυκείου για τη μετάβαση στην τριτοβάθμια εκπαίδευση έχει σημειώσει κατακόρυφη πτώση, αγγίζοντας το «χαμηλότερο επίπεδο των τελευταίων τριών δεκαετιών».